Posted on

12 Angry Men (1957)

Σύνοψη

Δώδεκα ένορκοι πρέπει να πάρουν μια ομόφωνη απόφαση σχετικά με τη θανατική καταδίκη ενός Πουερτορικανού μετανάστη που φέρεται να σκότωσε τον πατέρα του. Η ταινία εκτυλίσσεται την εποχή που γυρίζεται, στην Αμερική. Σκηνοθετεί ο Σίντνεϊ Λουμέτ, παίζουν οι Χένρι Φόντα, Λι Κομπ, Μάρτιν Μπάλσαμ. Διευθυντής φωτογραφίας είναι ο Μπόρις Κάουφμαν. Βασισμένο σε τηλεοπτική σειρά του Ρέτζιναλντ Ρόουζ.

Ανάλυση

Το πιο ενδιαφέρον πράγμα γύρω από το Twelve Angry Men είναι ίσως το πως υπολογίζεται αναδρομικά από τους Αμερικανούς κριτικούς κινηματογράφου. Από τον Ρότζερ Έμπερτ και τον Λέοναρντ Μάλτιν μπορεί να δει κανείς έναν ρητό θαυμασμό (κάτι που αντανακλά σε και αντανακλάται από αρκετές δεκάδες ανώνυμους μπλόγκερς), όχι τόσο για τη σκηνοθετική τεχνική και τις ερμηνείες, αλλά για τις θεματικές επιλογές του Σίντνεϊ Λουμέτ. Υπάρχει πολύ συγκεκριμένος λόγος γι’ αυτή τη διάκριση, αν μελετήσουμε το συμβολισμό των χαρακτήρων μέσα στο κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο που τοποθετούνται. Αρχίζοντας από τον άτυπα προεδρεύοντα ένορκο και φτάνοντας σε αυτόν που ο λόγος του έχει τη λιγότερο βαρύνουσα σημασία, βλέπουμε ότι συνολικά αποτελούν μια ηθική χαρτογράφηση όλων αυτών των στοιχείων, των καλώς και προβλεπόμενα κακώς κειμένων, στα οποία θα στηριχτεί η οικοδόμηση μιας αυτοκρατορίας, που τη δεδομένη στιγμή αποτελεί πλοίο στα σκαριά.

Ο προπονητής μιας ομάδας μπέιζμπολ γυμνασίου, σχολαστικός με το να τηρηθούν η τάξη και οι διαδικασίες. Η αποτυχημένη, διστακτική αρρενωπότητα. Ο τραχύς, αποφασισμένος για καταδίκη άνδρας που δεν θα διστάσει να τραμπουκίσει όποιον βρεθεί στο δρόμο του για να περάσει το δικό του. Ο μορφωμένος, καλοντυμένος αστός, πάντα ψύχραιμός, ορθολογιστής, που αντιμετωπίζει την όλη κατάσταση σαν ένα παζλ προς λύση μέσω της επαγωγικής λογικής και μόνο. Ο ανασφαλής και χαμηλών τόνων γραφιάς, που θέλει να αφήσει για πάντα πίσω το λούμπεν παρελθόν του. Ο εργάτης. Ο διασκεδαστής, ο κλόουν, ετοιμόλογος και ευδιάθετος. Ο αρχιτέκτονας, ο φυσικός ηγέτης. Ο γέροντας. Ο πικρός, ευέξαπτος ρατσιστής, με συχνά ξεσπάσματα θυμού. Ο μορφωμένος Ευρωπαίος μετανάστης, ο οποίος εκφράζει συνεχώς το θαυμασμό του για την αμερικάνικη δικαιοσύνη, και φυσικά επιθυμεί διακαώς την πραγμάτωσή της και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ο απόμακρος διαφημιστής, ο πρόγονος του γιάπη.

Ακολουθώντας την παρουσίαση αυτών των δώδεκα στερεοτύπων, οι μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις αρχίζουν να συντίθενται. Βλέπουμε στη συνέχεια πως, άδικο θα ήταν να πούμε στο μυαλό του Λουμέτ, μάλλον θα πρέπει να μιλήσουμε για ένα πολιτιστικό φαντασιωσικό που άρχισε τότε, συνεχίστηκε για χρόνια για να περάσει σήμερα στο φάσμα της νοσταλγίας, όλα αλληλοσυμπληρώνονται. Η τάξη και οι διαδικασίες τηρούνται μεν γενικά, αλλά καταστρατηγούνται όταν το επιτάσσουν οι συνθήκες, ενώ η εξουσία και ο παρεμβατισμός στην ουσιαστική πρόοδο της διαδικασίας ασκούνται με τον πλέον διακριτικό τρόπο. Ο διστακτικός, φοβισμένος ανθρωπάκος καταφέρνει τελικά να προσανατολιστεί ορθά και να δώσει το δικό του συναισθηματικό τόνο μέσα από τα πρίσματα των υπολοίπων. Ο τραμπούκος αποτελεί την μεγαλύτερη αντίσταση, κάμπτεται όμως στο τέλος από την προσπάθεια του συνόλου, πάντως όχι πριν νομιμοποιηθεί στα μάτια των υπολοίπων ενόρκων αλλά και των θεατών μέσω της αποκάλυψης του συναισθηματικού μηχανισμού που παρήγαγε την όλη του συμπεριφορά: Τη διάρρηξη της πιο ιερής σχέσης, αυτής του πατέρα με τον γιο. Αρχίζει ήδη εδώ να σχηματίζεται μια πρώτη εικόνα μιας απόπειρας ψυχογραφήματος μιας κοινωνίας. Ας δούμε πως προχωρά:

Η Λογική μένει ψυχρή ως το τέλος, δεν διστάζει εντούτοις να αγνοήσει τα φαινόμενα, και μαζί με αυτά όλα της τα προηγούμενα συμπεράσματα, όταν αυτά επαγωγικώς καταρριφθούν. Ο πρώην λούμπεν προλετάριος πείθεται με τη σειρά του από τη λογική και καταλαβαίνει πως δεν μπορεί να ξορκίσει το πικρό του παρελθόν στέλνοντας τον δεκαοχτάχρονο εαυτό του στην ηλεκτρική καρέκλα. Ο λεβέντης εργάτης συμβάλλει στην προσπάθεια με τον δικό του τρόπο, εισαγάγοντας βιώματα και συναισθήματα ξένα στους γραφειοκράτες. Ο κλόουν προσθέτει την ευχάριστη νότα του, εξανθρωπίζεται όμως και αφήνει πίσω το προσωπείο του όταν, ένας ξένος, ο Ευρωπαίος, του υπενθυμίζει πως ό,τι συμβαίνει γύρω του αποτελεί μια έκφανση ενός εποικοδομήματος που κάθε άλλο παρά για γέλια είναι. Ο γέροντας επεμβαίνει την κρίσιμη στιγμή, και προσθέτει μια λεπτομέρεια που μόνο η κατασταλαγμένη εμπειρία και η ωριμότητα χρόνων θα μπορούσε να δώσει, παρά την τρέχουσα παρακμή. Ο politically incorrect ρατσισμός υπάρχει, από τότε, για να αποδοκιμάζεται. Ο Ευρωπαίος αποτίει τα δέοντα στο αμερικάνικο σύστημα δικαίου, χρησιμεύει σαν αναγκαία εξωτερική παράμετρος αξιολόγησής του. Τέλος, ο οφελιμιστής γιάπης καταβάλλει τη δέουσα προσπάθεια, την οποία αντιλαμβάνεται ως αναγκαία, θετική εκδοχή σε έναν θεσμό που πρέπει πάσει θυσία να υπάρχει, ώστε να κρατάει η κοινωνία τη συνοχή της.

Το πλαίσιο στο οποίο τοποθετείται όλη αυτή η ζύμωση δεν θα μπορούσε φυσικά να είναι άλλο από το εσωτερικό ενός θεσμικού πυλώνα των Ηνωμένων Πολιτειών. Όλες αυτές οι ιδιότητες (και ως ιδιότητες πρέπει να αντιμετωπίζονται, κάτι που υπογραμμίζεται από το ότι κανείς, εκτός από τον φυσικό ηγέτη, δεν αποκτά όνομα μέχρι και το τέλος της ταινίας) συνυπάρχουν και συνδιαμορφώνουν την αλήθεια τους με κοινή επιδίωξη την εύρυθμη λειτουργία του δικαστικού συστήματος. Και τα καταφέρνουν. Με τρόπο λίγο μαγικό, λίγο νομοτελειακό, όλη αυτή η πολυσυλλεκτικότητα, όλες αυτές οι διαφορετικές ροπές και τάσεις θα ενωθούν τελικά σε ένα αρραγές μέτωπο. Το σημαντικότερο: Έχουν όλοι, θεσμικά, ίσο δικαίωμα στο αποφασίζειν. Ιεραρχίες φυσικά και προκύπτουν, με αποκορύφωμα την ρητή πια ανάθεση του αρχηγικού αξιώματος στον φυσικό ηγέτη που θα αποκτήσει τότε και όνομα (Ντέιβις – στο ρόλο ο Χένρι Φόντα). Θα προκύψουν όμως με τη μορφή μιας αναγκαίας, τόσο αποφασιστικής όσο και φυσικά προκύπτουσας δύναμης, μη καταπιεστικής, που θα βάλει τα θεμέλια και δεν θα αμελήσει να πραγματοποιήσει τις καίριες παρεμβάσεις που χρειάζονται για την αρμονική, με τον τρόπο που νοείται εδώ, εκπλήρωση του έργου.

Είμαστε στα 1957 και το αμερικάνικο όνειρο ζει την εφηβεία του. Έχει ανάγκη να πιστέψει, έχει ανάγκη να δει στην πράξη πως θα καταφέρει να περικλείσει όλες αυτές τις ταυτότητες που τόσο αναγκαίες είναι για τη διάρθρωσή του. Το Twelve Angry Men αποτελεί την πολιτιστική ενσάρκωση της δεδομένης κατάστασης, την πατριωτική ονείρωξη που τη συνοδεύει. Κι αν τίποτα ρομαντικό δε βρίσκει κανείς σε αυτό, τότε μπορεί σίγουρα αναδρομικά να καταλάβει το γιατί και το πώς αγκαλιάστηκε τότε, και τώρα.

«Life should be better and richer and fuller for everyone, with opportunity for each according to ability or achievement, regardless of social class or circumstances of birth.»

-James Truslow Adams, 1931, ορίζοντας το αμερικάνικο όνειρο.

Τεχνικά

Ο Λουμέτ έχει δηλώσει πως βασίστηκε εδώ σε μια «πλοκή του φακού», όπως την ονόμασε. Όσο η πλοκή εκτυλίσσεται, χρησιμοποιεί φακούς ολοένα και μακρύτερης εστίασης, ώστε να δώσει την εντύπωση ότι οι τοίχοι σταδιακά «πνίγουν» τους χαρακτήρες. Χώρισε επί πλέον την ταινία σε τρία στάδια: Το πρώτο ένα τρίτο είναι γυρισμένο με την κάμερα πάνω από το ύψος των ματιών, το δεύτερο στο ύψος των ματιών και το τρίτο από κάτω. Δίνει έτσι την εντύπωση πως όχι μόνο οι τοίχοι, αλλά και το ταβάνι κατεβαίνει προς τα κάτω, προϊούντος του χρόνου. Η ταινία θεωρείται σταθμός αναφορικά με τη μελέτη του πως η επιλογή φακών επηρεάζει τη διάθεση του έργου.

Advertisements

One response to “12 Angry Men (1957)

  1. ζχψωζχψωζχψ ⋅

    ΈΝΑ ΣΧΌΛΙΟ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s