Posted on

Breathless (1960)

Σύνοψη

Ένας νεαρός κλέφτης αυτοκινήτων δολοφονεί έναν αστυνομικό. Καταφεύγει στο Παρίσι και προσπαθεί να πείσει την ερωμένη του να δραπετεύσουν στην Ιταλία. Η ταινία εκτυλίσσεται την εποχή που γυρίζεται, στη Γαλλία. Σκηνοθετεί ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, παίζουν οι Ζαν-Πωλ Μπιελμοντό, Ζαν Σεμπέργκ. Διευθυντής φωτογραφίας είναι ο Ραούλ Κουτάρντ. Το σενάριο γράφει ο Φρανσουά Τρυφώ.

Ανάλυση – Τεχνικά

«AS sordid as is the French film, «Breathless» («A Bout de Souffle»), which came to the Fine Arts yesterday—and sordid is really a mild word for its pile-up of gross indecencies—it is withal a fascinating communication of the savage ways and moods of some of the rootless young people of Europe (and America) today.»

-Bosley Crowther, 8 Φεβρουαρίου 1961, για τους New York Times.

Do, Re, Mi, Fa, Sol, La, Si, Do. Do όπως Domine, Κύριε δηλαδή. Re όπως Resonare. Mi όπως Mira. Και ούτω καθεξής, μια νότα για κάθε πρώτη λέξη των εφτά παραγράφων του Ιερού Ψαλμού του Ιωάννη για τον μεγάλο Ιεχωβά, το κύριο και το πιο ιερό όνομα του Θεού. Από το συνεχές φάσμα του ήχου διαλέγονται εφτά συγκεκριμένα και διακριτά ακούσματα, που με τη σειρά τους οργανώνονται σε δεκαπέντε κλίμακες. Η οργάνωση αυτή δεν είναι θέμα προς συζήτηση, είναι η φυσικά προκύπτουσα και από το Θεό εκπορευόμενη τάξη της τέχνης της μουσικής. Οποιαδήποτε αποκλίνουσα αντίληψη στην καλύτερη περίπτωση αποκλείει τον φορέα της από τους αυλικούς του Βασιλιά (ουσιαστικά τους αμοιβόμενους μουσικούς της εποχής – 1.000 μ.Χ. δηλαδή), στη δε χειρότερη συνοδεύεται από αφορισμό, πετροβολισμό ή/και σταύρωμα. Συμπτωματικά (ή και όχι), από λίγο πιο πριν, στο Ισλάμ εγκαθιδρυόταν μια ολότελα διαφορετική αντίληψη της μουσικής, που κεντροβαριζόταν στη συνεχή φύση του ήχου. Οι Χριστιανοί δεν ήταν δυνατόν να μολύνουν το μυαλό τους με εφευρήματα αμαρτωλών και αλλόθρησκων.

Όμως ο παρωπιδισμός αυτός δεν θα ήταν δυνατό να διαρκέσει για πάντα. Έτσι, μετά την κατάκτηση της Αμερικής, όσο οι όχθες του Μισσισσιππή γέμιζαν από μαύρους σκλάβους με μπάντζο και τύμπανα, τόσο οι τελευταίοι γεννούσαν τα δικά τους εκφραστικά μέσα, που σε αυτά συμπεριελάμβαναν ακατέργαστες φωνές, βαθείς ρόγχους, ουρλιαχτά και τσιρίγματα. Εν τω μεταξύ τα μέσα παραγωγής της μουσικής είχαν γίνει κατά το ελάχιστο προσβάσιμα και στο λαό. Ο λευκός αποικιοκράτης άκουσε τα μπάντζο, τους ρόγχους και τα ουρλιαχτά, κι αποφάσισε να τα παντρέψει με τις δικές του δομές, την έμμετρη μουσική και τα συν αυτή. Το ροκ εν ρολλ είχε μόλις γεννηθεί.

Μπορούμε, αν το θελήσουμε, να βρούμε κι άλλα ανάλογα παραδείγματα μέσα στο χρόνο, για την τέχνη και μη. Κι αν για το εν λόγω βήμα του κινηματογράφου η ευθεία αναλογία των κριτικών κινηματογράφου με την προμεσαιωνική εκκλησία είναι υπερβολική, μπορούμε σίγουρα να δούμε τα συντηρητικά ψήγματα της εμμονής με το εγκαθιδρυμένο σημαίνον της αρμονίας. Το αρχικό απόσπασμα, για την ακρίβεια οι πρώτες λέξεις, οι πρώτες σκέψεις του ηθικολόγου Πολύ Κρόουθερ είναι μόνο ένα δείγμα από το πως αντιμετώπισε μεγάλο μέρος της κινηματογραφικής γερουσίας το ντεμπούτο, ουσιαστικά, του Γκοντάρ. Για να είμαστε εδώ ακριβείς, υπήρξαν σημαντικές εξαιρέσεις. Η ταινία απέσπασε τα βραβεία Prix Jean Vigo, Berlin International Film Festival του 1960.

Ο Γκοντάρ τους έδωσε κάθε αφορμή. Οι χαρακτήρες του είναι όσο αντιηρωικοί θα μπορούσαν: Από τη μία ο Μισέλ, ένας (το πολύ τριαντάρης) κλέφτης αυτοκινήτων, μέτρια εκπαιδευμένος στην παρανομία. Ζει από τις περίεργές του γνωριμίες, κρύβεται σε πολυτελή ξενοδοχεία και υπόγεια, καθαρίζει μπάτσους για την πλάκα του. Στον ελεύθερό του χρόνο προβάρει σκληρές εκφράσεις στον καθρέφτη, αγοράζει μεγάλα καπέλα, μαύρα γυαλιά και καλλιεργεί συνειδητά την γκανγκστερική περσόνα του. Από την άλλη η Πατρίσια, μια εικοσάχρονη Αμερικανίδα, πωλήτρια της New York Herald Tribune στο δρόμο και φοιτήτρια στη Σορβόνη. Ερωτεύεται φαινομενικά τον Μισέλ, και ζουν μαζί μια ερωτική περιπέτεια με φόντο μια δολοφονία, μια εγκυμοσύνη και μια προδοσία, ίσως ό,τι πιο κλισέ μπορεί να φανταστεί κανείς δηλαδή, και ταυτόχρονα πρόσφορο έδαφος για μελόδραμα. Μόνο που ο Γκοντάρ έχει διαχωρίσει αποφασιστικά το δρόμο του εδώ: Το χαρακτηριστικότερο στοιχείο της προσωπικότητας και των δύο χαρακτήρων είναι ένα μείγμα ουδετερότητας, αποστασιοποίησης και αδιαφορίας για οτιδήποτε τους συμβαίνει. Μπορούν να μιλάνε για τα πάντα με την ίδια έκφραση, για τον Πικάσσο, τον Φώκνερ, για τα ψώνια, το σεξ, για τις εγκυμοσύνες και τους θανάτους στη ζωή τους. Είναι και οι δύο σχεδόν στερεοτυπικά νάρκισσοι, τόσο απορροφημένοι με τον εγωκεντρισμό τους που τίποτα δεν μπορεί να τους προσφέρει συγκίνηση. Κι αν αυτό είναι κάτι που έχουμε δει πολλές φορές από τότε, κι αν το έχουμε εμπεδώσει στη δικιά μας εξαιρετική Γλυκειά Συμμορία (1983), ας μην ξεχνάμε ότι στα 1960 επρόκειτο για κάτι που έκανε τις μεγαλύτερες και πιο σοβαροφανείς εφημερίδες των Ηνωμένων Πολιτειών να μιλούν για κρίση αξιών, κοινωνική παρακμή και τα τοιαύτα.

Όλα αυτά όμως μάλλον δεν θα έφταναν για να τραβήξουν τόση προσοχή από τον ειδικό τύπο, και σίγουρα είχαν ξαναγίνει. Η αφηγηματική μορφή που δίνει ο Γκοντάρ υπήρξε στα σίγουρα ο λόγος που αποδίδονται στην ταινία χαρακτηριστικά σημείου καμπής για το σινεμά. Αψηφώντας το πατροπαράδοτο καλογυαλισμένο γαλλικό σινεμά και μαζί του οτιδήποτε νοείτω ως αρμονικό, χρησιμοποιεί εδώ εκτεταμένα τα jump cuts (δύο συνεχόμενα πλάνα με την κάμερα στην ίδια ακριβώς θέση), το κοφτό μοντάζ με φρενήρη ρυθμό, την ασυνέχεια εικόνας και διαλόγου. «Βρωμίζει» το φιλμ με κόκκο, χρησιμοποιεί αλλοπρόσαλλα κάδρα και καταστρέφει πολλές φορές οποιαδήποτε αίσθηση συνέχειας του χρόνου και της ιστορίας. Ο δε κάμεραμαν οργιάζει, κρατάει την κάμερα στο χέρι, σε μια περίοδο που οι ελαφριές κάμερες υπήρχαν μόνο σα σκέψη, εισαγάγοντας τα παραδοσιακά ανεπαίσθητα αλλά και μεγάλης ατμοσφαιρικής σημασίας κουνήματα όταν υπάρχει ένταση στο διάλογο. Όταν δεν υπάρχει χρόνος ή χρήμα για πλάνο με την κάμερα σε βαγονέτο με ράγες, την κρατάει στο χέρι, ενώ μέλη του συνεργείου τον σπρώχνουν καθισμένο σε αναπηρικό καροτσάκι. Ό,τι πιο απολαυστικό πέρα από τις σκηνές μοναδικής ομορφιάς και ατμόσφαιρας που παράγονται, είναι να διαβάζει κανείς, πενήντα χρόνια μετά, τη φρίκη των σοφών. Ο Γκοντάρ περιγράφεται άλλοτε ως «ο τρελός με το ψαλίδι», άλλοτε ως «αλλόφρωνας, ένας άνθρωπος που τρέχει με το κεφάλι μπροστά» ή ως «απλά σοκαριστικός, ένας άνθρωπος που δεν έχει καμία σχέση με τη συμπόνοια προς τον συνάνθρωπο». Τα δε πλάνα του αποτελούν απλά «υπνωτιστικές, εικαστικές κακοφωνίες».

Ο Γκοντάρ δεν ήταν μόνος. Στο συνεργείο της ταινίας εργάστηκαν πολλοί συντάκτες του Cahiers Du Cinema, περιοδικού που αντιτίθετο στο κλασσικό σινεμά. Το σενάριο υπογράφει ο Τρυφώ, ενώ συμμετέχουν ως τεχνικοί σύμβουλοι οι Σαμπρόλ, Ρισιέν, Μελβίλ. Πραγματικά, εδώ πέρα εκφράζεται ξεκάθαρα ολόκληρο αυτό το ρεύμα, που με μια πρώτη, γρήγορη και άγρια στυλάτη κίνηση βάζει τον εαυτό του αμετάκλητα στην πορεία του κινηματογράφου. Όπως σωστά υπογραμμίζει ο Έμπερτ (αναδρομικά βέβαια, το 2003):

«The movie had a sensational reception; it is safe to say the cinema was permanently changed. Young directors saw it and had abandoned their notions of the traditional studio film before they left the theater.»

Σε πείσμα της σοβαροφάνειας, της αψεγάδιαστης λογικής των έργων τέχνης και της απόστασης που αυτή δημιουργεί, σε πείσμα του Μπόζλεϊ Κρόουθερ και των πνευματικών του συγγενών, των παπάδων της προμεσαιωνικής εκκλησίας, η ταινία απέκτησε σχεδόν πρωτοφανή ρόλο για την ιστορική εξέλιξη του σινεμά. Έγινε το σημείο μηδέν, η πρώτη ταινία του Νέου Κύματος και κατ’ επέκταση η πρώτη ταινία του μοντέρνου κινηματογράφου. Είναι λίγες οι φορές, σε οποιαδήποτε μορφή τέχνης, που κάτι μπορεί να οριστεί τόσο ξεκάθαρα ως το πρώτο δημιούργημα μιας πολύ μεγάλης σε διάρκεια εποχής. Ακόμα και το Rock Around The Clock, ο δίσκος του Μπιλ Χάλεϊ, αποτελεί έναν αρχικό κρίκο στη δική του αλυσίδα, του οποίου εντούτοις προηγούνται σίγουρα πολλοί.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s