Posted on

Le Samourai (1967)

Σύνοψη

Ένας πληρωμένος δολοφόνος προσπαθεί να διαφύγει από την παριζιάνικη αστυνομία και ταυτόχρονα να φέρει σε πέρας το τελευταίο του συμβόλαιο. Η ταινία εκτυλίσεται την εποχή που γυρίζεται, σε κάποια πόλη της Γαλλίας που δεν ονοματίζεται. Σκηνοθετεί ο Ζαν-Πιέρ Μελβίλ, παίζουν οι Αλαίν Ντελόν, Φρανσουά Περιέ, Ναταλί Ντελόν. Διευθυντής φωτογραφίας είναι ο Ανρί Ντεκαέ.

Ανάλυση –  Τεχνικά

Η ιστορία γράφεται από τους νικητές. Κι αν στο πεδίο των κοινωνικών αντιθέσεων, επάνω στην παραγωγή συγκρούσεων με εμφανή αποτελέσματα, μπορούμε να εντοπίσουμε, λιγότερο ή περισσότερο, τη σκοπιμότητα των μεγάλων αφηγήσεων και της απόδοσης συγκεκριμένα μονοσήμαντου νοήματος στο παρελθόν, τότε αναφορικά με τα δημιουργήματα του θεάματος θα πρέπει να εξειδικεύσουμε τους όρους κατανόησής μας, εν προκειμένω της κινηματογραφικής ιστορίας. Τα δύο, φυσικά, δεν συνδέονται ποιοτικά με ασήμαντο τρόπο.

Ας δούμε τι συμβαίνει εδώ: Ο Ζαν-Πιέρ Μελβίλ αποτιμάται σήμερα με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο. Είναι, κατ’ αρχάς, ο προπάτορας του γαλλικού Νέου Κύματος. Αυτός που, επιστρέφοντας στη Γαλλία ως λαϊκός ήρωας από το μέτωπο του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, ιδρύει τη δική του ανεξάρτητη εταιρεία παραγωγής κινηματογρφικών ταινίων και αρχίζει να σκηνοθετεί δικές του με ελάχιστο κεφάλαιο. «Rough drafts» τις είχε χαρακτηρίσει πάντως στις αρχές της δεκαετίας του ’50 ο ίδιος ο Μελβίλ, λόγω του αντιαρμονικού τους στοιχείου και του γρήγορου και βρώμικου μοντάζ. Θα ήταν αδύνατον να είχε αντιληφθεί τότε ακόμα το πως η συγκεκριμένη κινηματογραφική κουλτούρα θα αυτονομούνταν, θα δημιουργούσε δικά της πλαίσια αναφοράς και θα στιγμάτιζε δομικά το Χόλιγουντ από ‘κει και μετά. Θα το καταλάβει σίγουρα αργότερα, όταν στο τέλος της δεκαετίας ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ θα του αφιερώσει το διάσημο καμεό του Breathless (1960), όπου ο Μελβίλ υποδύεται έναν αβάν-γκαρντ σκηνοθέτη περιστοιχισμένο από δημοσιογράφους πουριτανικού λαϊφστάιλ, στην ουσία μηχανές παραγωγής κλισέ ερωτήσεων. Επισφραγίζεται και προσωποιείται έτσι το όραμα του Κύματος, αρχίζει να σπάζει ο αρτηριοσκληρωτικός εξωσκελετός της εγκαθιδρυμένης μορφής του σινεμά.

Σύμφυτη με το προφίλ του σκηνοθέτη είναι και η αφήγηση που ακολουθεί σχετικά με τη συγκεκριμένη τανία. Αμέσως μετά τη συμβολή του στο Κύμα, τονίζεται η σπουδή του Μελβίλ πάνω στο φιλμ νουάρ και το αστυνομικό σινεμά του 1930, το πως, όπως ο Γκοντάρ, ο Τρυφώ και άλλοι, πατούσε με το ένα πόδι στο αμερικάνικο και με το άλλο στο γαλλικό σινεμά. Η εννοιολόγηση του έργου αποφαίνεται μια διττή σκυταλοδρομία: Από το κλασσικό γαλλικό σινεμά στο Νέο Κύμα, από το νουάρ των αρχών του αιώνα στην εκσυγχρονισμένη του εκδοχή. Πράγματι, κύρια στοιχεία και των δύο ρευμάτων έχουν αισθητή παρουσία: Ο πρωταγωνιστικός χαρακτήρας είναι ένας ψυχαναγκαστικός περφεξιονίστ πληρωμένος δολοφόνος (Τζεφ Κοστέλο, ενσαρκώνει άψογα ο Αλαίν Ντελόν, επιστρατεύοντας το πιο γοητευτικό του παγωμένο προσωπείο), η παρουσία του οποίου συμπληρώνεται από μία εξίσου συναισθηματικά αποσυνδεδεμένη πιανίστα (Κάθυ Ροζιέ), αυτόπτη μάρτυρα στο τελευταίο του έγκλημα. Από την άλλη ο διευθυντής της παριζιάνικης αστυνομίας, σίγουρος για την ταυτότητα του δράστη, προσπαθεί να αποδείξει την ενοχή του, κάτι που αποτελεί και τον θεματικό άξονα της ταινίας. Η δράση χτίζεται σταδιακά και η εκτόνωσή της πραγματοποιείται σπάνια και σε κομβικά σημεία, με κατ’ εξοχήν νουάρ στήσιμο. Το βασικό χρωματικό περιβάλλον συντίθεται από γκρι, άσπρο και μαύρο, ενώ για πολύ μεγάλα κομμάτια της ταινίας υπάρχει από ελάχιστος έως καθόλου διάλογος. Τα περιβάλλοντα κινούνται από βαριά διαμερίσματα με ανάλογα έπιπλα και ξύλινα πατώματα μέχρι φανταχτερά, αρτ νουβό και μινιμάλ καλλιτεχνικά σπίτια. Έτσι, με αυτό το πάντρεμα των δύο πιο ιστορικών μορφών του μοντέρνου σινεμά, συνοψίζεται η ανασκόπηση του Le Samouraï από την ιστορική μνήμη του κινηματογράφου, κυρίως δηλαδή ως μια απαραίτητη έμπνευση για τα Ghost Dog: Way of the Samurai (1999) και The American (2010).

Τίποτα από τα παραπάνω δεν αποτελεί εσφαλμένη ή άστοχη παρατήρηση. Αυτό που είναι σημαντικό εδώ, είναι το πως περνάει στην κινηματογραφική λήθη ένα από τα πιο σημαντικά αφηγηματικά εργαλεία που χρησιμοποιεί ο Μελβίλ, και που πλέον εδώ, σε μία από τις πιο ολοκληρωμένες του ταινίες, ξεφεύγει αποφασιστικά από τα πλαίσια του πειραματικού τεχνάσματος. Όπως έχουμε πει, ο Μελβίλ γνωρίζει πολύ καλά τη μορφή διήγησης που χρησιμοποιεί το κλασσικό Χόλιγουντ κατά τη δεκαετία του 1930. “Hollywood film strives to conceal its artifice through techniques of continuity and invisible storytelling; that the film should be comprehensible and unambiguous. Classical Hollywood duration respects very old conventions. The narration shows the important events and skips the intervals between them.”, γράφει ο Μπόρντγουελ στο ερευνητικό του έργο The Classical Holywood Cinema. Τίποτα ξένο σε οποιονδήποτε θεατή εδώ, πρόκειται για μια κλασσικότατη φόρμα στην οποία ο κινηματογραφικός και ο πραγματικός χρόνος δεν συμπίπτουν στη διάρκειά τους, αλλά ταυτίζονται όσον αφορά στη σειρά των γεγονότων. Η κάμερα δεν μας δείχνει τα πάντα, μας δείχνει όμως τα πιο σημαντικά στην πραγματική τους χρονική ακολουθία. Κι ενώ ο Μελβίλ σέβεται απόλυτα το δεύτερο σκέλος, έρχεται εδώ να αμφισβητήσει ευθέως το πρώτο. Η ορατότητα αυτής της σκηνοθετικής άποψης και οι πολλαπλές της επιδράσεις έχουν τεράστια σημασία.

Πολλές από τις σκηνές της ταινίας εκτυλίσσονται κυριολεκτικά σε πραγματικό χρόνο. Το μισοσκότεινο δωμάτιο με τον άνδρα να φυσάει δαχτυλίδια καπνού στο ταβάνι διαρκεί πέντε λεπτά. Ο άντρας σηκώνεται, σβήνει το τσιγάρο του, περπατά προς την κρεμάστρα, φοράει την καμπαρντίνα του, ισιώνει το καπέλο του, κατεβαίνει τις σκάλες, ανοίγει την πόρτα, εντοπίζει κάποιο αυτοκίνητο, παραβιάζει την πόρτα, δοκιμάζει ένα-ένα όλα τα αντικλείδια που θα χρειαστούν μέχρι να βρει το σωστό, οδηγεί μέχρι τον μηχανικό που θα ξεβιδώσει μία-μία τις βίδες από την πινακίδα του αυτοκινήτου, πριν φύγει για να εκτελέσει μια δολοφονία. Όχι: Ο άντρας σβήνει το τσιγάρο, περπατάει στο πεζοδρόμιο, βάζει το λοστό στην πόρτα, ενώνει τα καλώδια στο τιμόνι, σπάει τη τζαμαρία, πυροβολεί, σκοτώνει. Αυτή η μορφή, η μορφή του «Cinema of Process», όπως έχει ονομαστεί από τον Μπόρντγουελ, τα αποτελέσματα και οι επιρροές της οποίας δεν είναι δυνατό να καλυφθούν ολοκληρωμένα σε αυτό το κείμενο, είναι που διαφοροποιεί το Le Samouraï από τα σύγχρονά του περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι το πιο πρωτότυπο στοιχείο που εμπεριέχει. Αναπόδραστα οδηγεί τον θεατή στο να αλλάξει ριζικά τον τρόπο που βιώνει ένα κινηματογραφικό έργο και ωθεί τον σκηνοθέτη να δημιουργήσει ολότελα διαφορετικής φύσης ατμόσφαιρες για να γεμίσει αυτό που αλλού αποκαλείται νεκρός χρόνος. Ο Μελβίλ παίζει με το χώρο άνευ ηθοποιών, με τη γεωμετρία των αυτοκινήτων σε ένα γκαράζ, με την ατμόσφαιρα ενός σταθμού στον υπόγειο του Παρισιού. Αναγκάζεται να φωτίσει με ιδιαίτερο τρόπο τις σιωπές, τις απλές βόλτες των χαρακτήρων του, χρειάζεται να επικοινωνήσει στο αλλιώτικα συνηθισμένο κοινό του τον λόγο για τον οποίο διάλεξε να δώσει στο χρόνο αυτό το σχήμα. Αντίστροφα, το κινηματογραφικό γεγονός πρέπει τώρα να δημιουργηθεί μέσα στο ευρύτερο γεγονός όλης της ταινίας, ως ένα σημείο κλιμάκωσης όχι μόνο στην πλοκή και στη δράση, αλλά και στη μορφή. Μπορούμε εύκολα να παρατηρήσουμε το πόσο διαφορετική είναι μια σκηνή δολοφονίας π.χ., σε σχέση με άλλα σύγχρονα έργα. Με τον τρόπο που δίνεται τώρα η αξία στην κινηματογραφική κλιμάκωση είναι απαραίτητη όλη η προηγούμενη διαδικασία, όχι ως προστάδιο της κλιμάκωσης, αλλά ως ισοδύναμο αυτής μέρος του κινηματογραφικού δημιουργήματος.

Ο Μελβίλ μας δείχνει τα πάντα χωρίς να μας πει τίποτα. Η δύναμη και η ατμόσφαιρα που πηγάζουν από αυτού του είδους την εξιστόρηση είναι, το ελάχιστο, αξιοσημείωτα. Χάνονται εύκολα μέσα σε όλα αυτά τα στοιχεία της ταινίας που μπορεί να κρατήσει κανείς για να εξηγήσει και να εντοπίσει γενεαολογικά το σήμερα του θεάματος, αλλά δεν παύουν να αποτελούν παράλληλα και τις αρχικές ροές από τις οποίες προέκυψαν αργότερα (όχι έως άμεση επιρροή και γι’ αυτό πολύ διαφορετικά, εντούτοις υφολογικά συγγενή) αριστουργήματα, όπως είναι κάποιες από τις ταινίες του Θεόδωρου Αγγελόπουλου και του Μπέλα Ταρ. Δεν παύουν να διέπουν την ταινία και υποσυνείδητα την αίσθηση που αφήνει στο θεατή από την αρχή μέχρι το τέλος της.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s